ΓΚΟΥΣΜΑΝΙΑ – ΚΟΚΚΙΝΟ ΑΣΤΕΡΙ

17 Μαρτίου, 2020
Η γκουσμάνια ή γκουζμάνια (Guzmania) είναι ένα γένος με περισσότερα από 120 είδη ανθοφόρων φυτών και ανήκει στην οικογένεια του ανανά.

Κατάγεται από τα τροπικά δάση της Νότιας Αμερικής και τη Φλόριντα. Είναι αειθαλές, πολυετές φυτό. Δεν έχει μίσχο και είναι επίφυτο δηλαδή "γαντζώνεται" πάνω από άλλα φυτά για να αναπτυχθεί.




Τα μακριά της φύλλα σχηματίζουν ψηλές και πλατιές ροζέτες ύψους έως και 50cm. όπου συγκεντρώνεται εκεί το βρόχινο νερό. Έχει εντυπωσιακά βράκτια φύλλα με κόκκινο χρώμα, που δημιουργών μια υπέροχη αντίθεση με τα γύρω φύλλα και διατηρούνται πολύ καιρό.

Ποικιλίες

Πολλά είδη αυτού του γένους καλλιεργούνται ως εσωτερικού αλλά και εξωτερικού χώρου φυτό. Η πιο γνωστή είναι η Guzmania lingulata (κόκκινο αστέρι), η οποία φέρει πορτοκαλί και κόκκινα φύλλα.

Gusmania minor που έχει ρόδακες μεγέθους 20 εκ., άσπρα άνθη.

Υπάρχουν υβρίδια της γκουσμάνιας π.χ. η ‘Internedia‘ και η ‘Magnifica‘ με βράκτια φύλλα στο κόκκινο της φωτιάς, που διατηρούνται πάνω από μισό χρόνο.





Απαιτήσεις


Ιδανική θέση για τη γκουσμάνια είναι σε εσωτερικό χώρο ή σε δοχείο -  terrarium ή σε κορμούς, όπου μπορεί να γαντζωθεί σαν επίφυτο. Σαν επίφυτο μπορεί να διατηρηθεί σε κομμάτια φύλλου, με τις ρίζες να είναι δεμένες με βρύα.

Το μέρος όπου αναπτύσσεται θα πρέπει να είναι φωτεινό έως ημισκιερό, με ζεστές θερμοκρασίες και σχετικά υψηλή υγρασία.
Κατά την περίοδο της ανάπτυξης της χρειάζεται αρκετό πότισμα όπου το χειμώνα θα πρέπει να το ελαττώσουμε.
Την άνοιξη μπορούμε να το εμπλουτίσουμε με λίπασμα.





Αλλαγή γλάστρας


Δεν χρειάζεται γιατί ανθοφορεί μία φορά και έπειτα πεθαίνει.

Στη βάση του μητρικού φυτού σχηματίζονται παραφυάδες, που μπορούμε να αποκολλήσουμε, για να τις  πολλαπλασιάσουμε. Θα χρειαστούν όμως 2 περίπου χρόνια μέχρι να ανθοφορήσουν.
Αφού ανθοφορήσει το φυτό στην συνέχεια πεθαίνει αλλά τα νέα φυτά μπορούν εύκολα να αναπτυχθούν, έχοντας ευνοϊκές συνθήκες.





Εχθροί και Ασθένειες


Από τις σημαντικότερες ασθένειες είναι ο μύκητας σάκος Bipolaris sorokiniana (αναμορφή της Cochliobolus sativus), και άλλοι που μπορούν να προκαλέσουν θανατηφόρα ρίζα σήψης σε φυτά του γένους αυτού, αν οι ρίζες κρυώσουν και υγρανθούν περισσότερο.