ΚΑΡΠΟΥΖΙ

Η ομάδα του Gardenmagazine 03 Αυγούστου, 2018 Κήπος
Ένας από τους πιο δροσιστικούς καρπούς του καλοκαιριού είναι αυτός της καρπουζιάς. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα αποτελεί η απολαυστική πλούσια σάρκα του η οποία μπορεί να καταναλώνεται κυρίως υπό τη μορφή δροσιστικού φρούτου. Το επιστημονικό όνομά του φυτού είναι Κίτρουλλος εριώδης (Citrullus lanatus) και ανήκει στην οικογένεια των Κολοκυνθοειδών (Cucurbitaceae). Η νεοελληνική ονομασία του είναι υδροπέπων ή μηλοπέπων , λόγω της μεγάλης περιεκτικότητας σε νερό. Κατάγεται από την κεντρική αφρικανική ήπειρο.



Σήμερα καλλιεργείται παγκοσμίως σε μεγάλες εκτάσεις, αλλά το καλλιεργούσαν εντατικά ήδη από την Αρχαιότητα κυρίως στην Αίγυπτο. Όσον αφορά στους Αρχαίους Έλληνες ενδεχομένως να γνώριζαν την ύπαρξή του (πχ Γαληνός) και ίσως να το ονόμαζαν μηλοπέπων, παρ’ όλο που αρκετοί μελετητές διχογνωμούν ως προς τον εννοιολογικό προσδιορισμό της λέξεως.

Οι βάστοί του καρπουζιού είναι γωνιώδες. Τα φύλλα του φαίνονται σας σχισμένα, καθώς 2 -3 κύριοι λοβοι έχουν δευτερεύοντες λοβούς. Τα φύλλα είναι μεγάλα και χνουδωτά. Τα άνθη της βγαίνουν 6 με 7 εβδομάδες από την βλάστηση του σπόρου και πρόκειται συνήθως για μονήρη άνθη. Πρώτα εμφανίζονται τα αρσενικά και μετά τα θηλυκά. Τα φυτά είναι αυτόγαμα. Η επικονίαση γίνεται με έντομα. Ο καρπός είναι ράγα ή πεπόνι όπως και των άλλων Κολοκυνθωδών. Είναι σφαιρικοί ή σε σχήμα αυγού , με σαρκα κόκκινη ή κίτρινη όταν είναι ώριμοι. Η επιδερμίδα τους είναι λεία , πράσινη με γραμμές ή χωρίς γραμμές.




Ποικιλίες

Η τσινκουαντίνα, η οποία χαρακτηρίζεται από παχιά φλούδα και σάρκα όχι πολύ γλυκιά

Η ρομανιόλα ή Γαλλική, της οποίας η φλούδα έχει μεσαίο πάχος και εξωτερικά έχει χρωματικές λωρίδες πράσινες και μαυριδερές

Η λομβαρδική, χαρακτηρίζεται από το μεγάλο της καρπό τη λεπτή φλούδα τη σακχαρώδη σάρκα και τους πολυάριθμους σπόρους και είναι ελάχιστα παραγωγική

Η Κλοντλάικ, μέσο - όψιμη με μεγάλο και μακρουλό καρπό λεπτή φλούδα και ανθεκτική στις μεταφορές

Η Sugarbaby η οποία είναι πρώιμη με μεγάλο καρπό σε χρώμα φλούδας πράσινο και σάρκα κόκκινη πολύ γλυκειά.

Στην Ελλάδα καλλιεργούνται κυρίως τρείς ποικιλίες: η λευκόσαρκη, η μοσχάτη και η κοινή (ερυθρόσαρκη)


Πολλαπλασιασμός 

Ο πολλαπλασιασμός της καρπουζιάς μπορεί να επιτευχθεί είτε με το σπόρο είτε με μοσχεύματα. Για μια καλή σοδειά θα πρέπει να προτιμηθεί ένας καλός και εγγυμένος σπόρος. Ο σπόρος του καρπουζιού φυτρώνει σε θερμοκρασίες μεταξύ 200C -350C. Τα μοσχεύματα χρησιμοποιούνται συχνότερα επειδή ο σπόρος κοστίζει πολύ. Όταν επιδιώκεται πρώιμη παραγωγή, ο παραγωγός μπορεί να χρησιμοποιήσει μοσχεύματα οπότε αρχίζει την παραγωγή 2-3 εβδομάδες νωρίτερα σε σχέση με τους παραγωγούς που χρησιμοποιούν σπόρο.
Η φύτευση γίνεται συνήθως με το χέρι σε υπερυψωμένες κλίνες που λέγονται λόφοι, ή μηχανικά σε αυλάκι σποράς. Η φύτευση πρέπει να γίνεται όταν το έδαφος είναι υγρό. Τα καρπούζια παθαίνουν μεταφυτευτικό σοκ και δεν πρέπει να διαταράσσονται. Για αυτό τα μοσχεύματα θα πρέπει να μεταφέρονται στους αγρούς στις ίδιες κλούβες μέσα στις οποίες αναπτύσσονται και οι οποίες πρέπει να είναι αρκετά μεγάλες ώστε να μην περιορίζεται το ριζικό τους σύστημα.
Για πρώιμα καρπούζια στην Κρήτη η σπορα γίνεται Φεβρουάριο - Μάρτιο και στην Πελοπόννησο Μάρτιο – Απρίλιο. Για πρωιμότερη παραγωγή η σπορά γίνεται σε θερμοκήπια.


Καλλιέργεια και Φροντίδα

Για να δώσουμε ώριμο καρπό, τα καρπούζια χρειάζονται 80 – 120 μέρες με υψηλές θερμοκρασίες. Απαιτούν λιγότερη υγρασία σε σχέση με τα πεπόνια. Ευδοκιμούν σε αμμοπηλώδη εδάφη με καλή στράγγιση. Σε βαριά χώματααναπτύσσονται αργά και δίνουν κατώτερης ποιότητας καρπούς. Δεν πρέπει η καλλιέργεια να παρατείνεται στο ίδιο μέρος για πάνω από ένα έτος. Είναι απαραίτητη η καλή λίπανση με φώσφορο και κάλιο.
Το καρπούζι αποτελείται κατά 90% από νερό, οπότε η επάρκεια νερού είναι καθοριστική κατά την ανάπτυξη του φυτού και του καρπού. Η έλλειψη νερού μπορεί να προκαλέσει μείωση της φυλλικής επιφάνειας και κυρίως της σοδειάς. Η επάρκεια νερού είναι σημαντική κατά τη βλαστική ανάπτυξη αλλά τελείως καθοριστική κατά την περίοδο της ανθοφορίας και της ανάπτυξης του καρπού. Η συχνότητα και η διάρκεια της άρδευσης εξαρτάται κυρίως από τις καιρικές συνθήκες, τον τύπο του εδάφους και από μερικές εδαφογενείς ασθένειες, κυρίως μετά τη δωδέκατη εβδομάδα.
Στην αρχή το πότισμα είναι αραιότερο 1-2 φορές την εβδομάδα ενώ στη συνέχεια η πυκνότητα αυξάνεται και φτάνει να απαιτείται καθημερινό πότισμα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες που η θερμοκρασία έχει αυξηθεί κατά πολύ. Καλό είναι τα ποτίσματα να γίνονται αργά το απόγευμα ή πολύ νωρίς το πρωί όπου δεν υπάρχει εκτεταμένη ηλιοφάνεια. Τα απογευματινά ποτίσματα πλεονεκτούν έναντι των πρωινών καθώς στα πρωινά δεν προλαβαίνει πάντα να γίνει απορρόφηση αλλά διακόπτεται από την μεγάλη εξάτμιση των μεσημεριανών ωρών.




Συγκομιδή

Η συγκομιδή γίνεται σταδιακά από τον Ιούλιο ως και τον Αύγουστο τις πρωινές ώρες. Η συγκομιδή αρχίζει περίπου 30 μέρες μετά την πλήρη άνθιση και συνεχίζεται για πολλές εβδομάδες με 3-4 κοψίματα σε διαστήματα των 3-5 ημερών. Τα καρπούζια πρέπει να συλλέγονται στο ώριμο στάδιο όπου η περιεκτικότητα σε σάκχαρα είναι η μέγιστη.

Στα ώριμα καρπούζια
  • Ο ήχος οταν το χτυπάμε θα πρέπει να είναι βροντερός και όχι κούφιος ή ξηρός
  • Το φυλλαράκι κοντά στον ποδίσκο του καρπού θα πρέπει να είναι ξερό.
  • Το μέρος του καρπουζιού που ακουμπά στο έδαφος, απο ωχροπράσινο θα πρέπει να είναι κίτρινο σαν κρέμα
  • Το χρώμα θα πρέπει να γυαλίζει
  • Ο καρπός να κόβεται εύκολα απο το φυτό
  • Όταν ο καρπός πιέζεται δυνατα με τα δυο χέρια, θα πρέπει να τρίζει εσωτερικά.

Προσοχή ο καρπός πρέπει να αφαιρείται χωρίς τον ποδίσκο. Ο ποδίσκος του καρπού δεν θα πρεπει να κόβεται , γιατί απο το σημείο εκείνο ξεκινάει η σαπίλα κατα την συντήρηση. Για να το αποφύγουμε, το αλείφουμε με πάστα γαλαζόπετρας.