ΑΓΓΙΝΑΡΑ…ΜΕ ΤΑ ΑΓΚΑΘΙΑ…

01 Δεκεμβρίου, 2017
Η αγγινάρα ανήκει στην οικογένεια των σύνθετων (Compositae). Είναι πολυετές φυτό και καλλιεργείται για την εδώδιμη ανθοδόχη και για τα βράκτια φύλλα των ανθοκεφαλών. Είναι φυτό ιθαγενές της Αφρικής, καλλιεργείται, όμως, σε πολλά μέρη του σύγχρονου κόσμου.
Στην χώρα μας καλλιεργείται στην Αργολίδα, ιδιαίτερα στην περιοχή των Ιρίων και της Κάντιας, στην Κρήτη (όπου βρίσκουμε κυρίως την "άγρια" αγκινάρα με μεγάλα αγκάθια στα πέταλα), στη Λακωνία, στην Κέρκυρα, στην Ηλεία και αλλού, ενώ καλλιεργείται σε όλες σχεδόν τις χώρες της Νότιας Ευρώπης, την Βρετανία και την Γαλλία.

Αναπτύσσεται σε σχήμα θάμνου, ύψους περίπου 1,5 μ. Η ρίζα της αγκινάρας είναι πασσαλώδης και προχωρεί βαθιά στο έδαφος. Τα φύλλα της είναι μεγάλα με βαθιές σχισμές, χρώμα γκριζωπό στο κάτω μέρος και το στέλεχός της είναι μακρύ με διακλαδώσεις.
Τα φυτά μπορούν να αποδώσουν σε ένα ευρύ φάσμα εδαφών, ωστόσο αναπτύσσονται καλύτερα σε πλούσια , αργιλώδη και αρδευόμενα εδάφη καλά στραγγισμένα. Η χρήση νερού είναι απαραίτητη για την επιτυχία μιας πρώιμης παραγωγής. Οι αρδεύσεις αρχίζουν από τον Ιούλιο και συνεχίζονται μερικές χρονιές μέχρι και το Νοέμβριο.



Οι αποστάσεις φύτευσης ποικίλλουν ανάλογα με την ανάπτυξη του φυτού (ποικιλία κλπ.) και την προγραμματισμένη διάρκεια ζωής της φυτείας. Συνήθως χρησιμοποιούνται αποστάσεις 120 Χ 120 cm ή 100 Χ 100 cm. Οι φυτείες διαρκούν περίπου 6 χρόνια. Δεν χρειάζεται ουσιώδης και τακτική λίπανση για το λόγο ότι μικρό μέρος του φυτού συγκομίζεται από όλη τη φυτεία , υπό κανονικές συνθήκες μόνο άζωτο χορηγείται ετησίως.
Οι αγκινάρες αναπτύσσονται καλύτερα σε περιοχές όπου επικρατεί ήπιο και δροσερό κλίμα. Τα φυτά είναι πολύ ευαίσθητα στον πάγο και , σε θερμοκρασίες κάτω από 30ο F νεκρώνονται οι οφθαλμοί, ενώ θερμοκρασίες κάτω από -1ο C ζημιώνουν ή και καταστρέφουν τις ανθοταξίες. Επιπλέον κάτω από -5ο C καταστρέφουν και το φύλλωμα. Ομοίως υψηλές θερμοκρασίες υποβαθμίζουν την ποιότητα προκαλώντας ραγδαία ανάπτυξη με αποτέλεσμα να αναπτύσσονται περισσότερες ίνες που αυξάνουν την σκληρότητα του φλοιού και της ανθοδόχης. Υψηλές θερμοκρασίες επίσης μπορεί να προκαλέσουν απολέπιση στους οφθαλμούς, καθιστώντας το προϊόν της εκμετάλλευσης μη εμπορεύσιμο. Προτιμά θέσεις προφυλαγμένες από το δυνατό ψύχος και εδάφη χωρίς πολλή υγρασία.

Η αγκινάρα πολλαπλασιάζεται με σπόρο, παραφυάδες και ξηρόφυτα. Τελευταία γίνονται πειράματα γύρω από τη δυνατότητα πολλαπλασιασμού με καλλιέργεια επάκριων μεριστωμάτων, για να παραχθούν φυτά απαλλαγμένα από ιώσεις. Πολλαπλασιάζεται κατά κόρον με παραφυάδες κατά την άνοιξη ή το φθινόπωρο.
Το καλοκαίρι μετά την ανθοφορία της, ο βλαστός της ξεραίνεται μέχρι τι λαιμό και ξαναβλαστάνει πάλι το φθινόπωρο. Το ριζικό σύστημα γίνεται χοντρό και διακλαδίζεται. Τα φύλλα αρχίζουν να βγα΄νουν από την βάση του ριζωματος. Είναι μεγάλα μέχρι ένα μέτρο, έχοντας πολλές σχισμές και τρίχες. Από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάιο ανάλογα με το που είναι φυτεμένη , παρουσιάζεται ένας ανθοφόρος βλαστός που φτάνει το ένα μέτρο. Το στέλεχος αυτό διακλαδίζεται και δημιουργεί άλλες ανθοκεφαλές.

Ποικιλίες

Πράσινη Άργους
Η συγκομιδή στις πρώιμες ποικιλίες γίνεται από τον Οκτώβριο μέχρι το Μάιο (με συνολικά 20–25 κοψιές), ενώ για τις όψιμες ποικιλίες από το Μάρτιο μέχρι τον Ιούνιο (5–6 κοψιές). Οι αποδόσεις ποικίλλουν ανάλογα με την πορεία των καιρικών συνθηκών και μπορεί να κυμαίνονται ανάμεσα στις 5.000 και 12.000 κεφαλίδες ανά στρέμμα, δηλ. 600 – 1300 kg/στρ. Οι αγκινάρες στις εσωτερικές αγορές πωλούνται χύμα ή δεμένες σε δέσμες (“μάτσα”) ανά κομμάτια, ανάλογα με τις τοπικές συνήθειες και με μακριά κοτσάνια και φύλλα. Στις κεντρικές κεφαλίδες (πρώτες αγκινάρες κάθε κορυφής) το στέλεχος συχνά ξεπερνά τα 30 cm.

Ηλώδες Αττικής
Καλλιεργείται στην περιοχή της Αττικής. Τα φύλλα της είναι μικρότερα και πτεροσχίδη . Η ανθοκεφαλή έχει μέτριο μέγεθος και έχει σχήμα σφαιροειδές προς ωοειδές. Είναι οψιμότερη ποικιλία

Αγικνάρα Κωνστντινουπόλεως
Οι ανθοκεφαλές έχουν σχήμα μάλλον σφαιρικό και παρουσιάζουν χαλαρή εμφάνιση. Τα βράκτια έχουν ιώδες χρώμα, είναι επιμήκη και φέρουν άκανθες.

Άγριες



Είναι οψιμότερη ποικιλία από την Αργίτικη. Έχει αγκάθια στα βράκτια. Είναι αρκετά νόστιμες αγκινάρες στο μαγείρεμα, αλλά παρουσιάζουν δυσκολία στο καθάρισμα.


Στο πιάτο

Μαγειρεύεται αφού καθαριστεί από τα πέταλα και το χνούδι, ενώ στην Κρήτη τρώγεται και ωμή με λεμόνι, πολύ νόστιμη και "ειδικός" μεζές για τσικουδιά. Τα εξωτερικά πέταλα του άνθους καταλήγουν σε αγκαθωτή άκρη και είναι σκληρά, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν και για τροφή των ζώων.