ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ

08 Νοεμβρίου, 2017
Η πορτοκαλιά (Citrus sinensis) είναι αειθαλές φυτό που ανήκει στο γένος Citrus και στην οικογένεια Hesperideae. Απαντάται ως ιθαγενές δέντρο στη Νότια Ασία και το ύψος του είναι 7.5-12 μέτρα. Έχει αγκαθωτά κλαδιά, χρώματος γκρίζο-καφετί.
Τα φύλλα της είναι ωοειδή, στιλπνά, εφοδιασμένα με ελαιογόνους αδένες και φέρουν μίσχους με πολύ μικρά πτερύγια. Τα φύλλα πέφτουν σταδιακά, ανάλογα με την ηλικία τους, καθόλη τη διάρκεια του έτους και κυρίως την άνοιξη, που είναι η περίοδος της ανθοφορίας.
Επίσης, φυλλόπτωση παρατηρείται και σε ορισμένες αντίξοες καταστάσεις, όπως όταν επικρατούν ισχυροί άνεμοι, σε περιόδους ξηρασίας και σε ζημία του ριζικού συστήματος.



Τα λευκά, αρωματικά άνθη, που βγαίνουν μεμονωμένα από τους βλαστούς και αργότερα σε ταξιανθίες κύματος από τους νέους βλαστούς, φέρουν 4-5 πέταλα, 4-5 σέπαλα, 20-25 στήμονες και 10-14 καρπόφυλλα. Παράγουν πολύ νέκταρ για 48 ώρες μετά το άνοιγμα τους και το ανθόμελο που παράγεται από αυτά είναι έντονα αρωματικό, ανοικτού χρώματος που κρυσταλλώνει πολύ γρήγορα.
Όσα άνθη φέρονται σε βλαστούς με πολλά φύλλα, θα εξελιχθούν σε καρπούς και τα υπόλοιπα θα πέσουν. Επίσης, πτώση ανθέων παρατηρείται όταν υπάρχει έλλειψη ψευδαργύρου, σε παρατεταμένη ξηρασία και σε δυνατούς ανέμους. Ο καρπός είναι ράγα (εσπερίδιο) με φλοιό πορτοκαλί ή κοκκινωπό, που φέρει ελαιογόνους αδένες και σάρκα χυμώδη με χρώμα πορτοκαλί ή ροζ-κόκκινο, ανάλογα με την ύπαρξη ή όχι ανθοκυανών.

Οι πρώιμες ποικιλίες ωριμάζουν τους καρπούς τους από το μήνα Οκτώβριο ενώ οι όψιμες τους καλοκαιρινούς μήνες. Το πορτοκάλι καταναλώνεται νωπός, ως χυμός και χρησιμοποιείται για την παρασκευή μαρμελάδας, ζελέδων και ζαχαροπηκτών.
Έχει χαμηλή θερμιδική αξία και είναι πλούσιος σε βιταμίνη C.



Τα πορτοκάλια διακρίνονται στις εξής κατηγορίες
  • Ομφαλοφόρα (Merlin, Navelina, Thompson): Χαρακτηρίζονται από τη παρουσία δεύτερου καρπού εντός του πρώτου, ο οποίος προέρχεται από το σχηματισμό μιας επιπλέον σειράς καρπόφυλλων. Οι ποικιλίες αυτές είναι πρώιμες, παράγουν άσπερμο καρπό, μεγάλου μεγέθους, με βαθύ πορτοκαλί χρώμα. Έχουν γλυκιά γεύση και δεν χρησιμοποιούνται για χυμοποίηση, εξαιτίας της μικρής χυμοπεριεκτικότητας και της πικράδας, που αναπτύσσεται στο χυμό του.
 
  • Κοινά (Κοινό Χανίων, Άρτας, Valencia): Τα πορτοκάλια έχουν σάρκα όμοια με εκείνη των ομφαλοφόρων, με τη διαφορά ότι φέρουν σπέρματα, είναι πιο όξινα και δεν φέρουν ομφαλό.
 
  • Αιματόσαρκα ή Σαγκοιίνια (Γουρίτσης,Tarrocco): O χυμός τους και η σάρκα τους έχει ερυθρορόδινο χρώμα που οφείλεται στην παρουσία ανθοκυανών. Έχουν λεπτό χρώμα και λίγα οξέα. Καταναλώνονται και ως νωπά και ως χυμός.
 
  • Γλυκόχυμα ή Ντόλτσια ή Σεκέρια (lima, Succari, Vaniglia): Έχουν πολύ γλυκό χυμό, με ελάχιστα οξέα, χαμηλά περιεκτικότητα σε βιταμίνη C και καρπόφυλλα με υπόπικρη γεύση.

Η πορτοκαλιά απαιτεί υγρό και θερμό κλίμα, με ήπιο χειμώνα. Όταν το δέντρο βρίσκεται σε λήθαργο μπορεί να ανεχτεί θερμοκρασίες μέχρι και -6 ° C. Επίσης, τα δέντρα σε καρποφορία και οι ώριμοι καρποί μπορούν να ανεχτούν για μικρά χρονικά διαστήματα θερμοκρασία -2 ° C. Όμως, θερμοκρασίες μεγαλύτερες από αυτή και για μεγάλα χρονικά διαστήματα προκαλεί ζημιά.



Τα ανώριμα φρούτα παγώνουν και σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Σε περιοχές όπου οι παγετοί είναι συνήθεις, λαμβάνονται μέτρα προστασίας, όπως χρήση κατάλληλων υποκειμένων, καταιωνισμός με νερό, θερμάστρες και ανεμομίκτες.

Η πορτοκαλιά αναπτύσσεται πολύ καλά σε γόνιμα και ελαφρά έως αμμώδη εδάφη, αρκεί να αρδεύεται και να λιπαίνεται επαρκώς. Δεν ανέχεται τον κακό αερισμό και την υψηλή υπόγεια στάθμη.

Πολλαπλασιάζεται με ενοφθαλμισμό τον Μάρτιο-Απρίλιο(η ιδανικότερη περίοδος) ή τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο σε δέντρα που αναπτύσσονται από σπορά καλής ποιότητας πορτοκαλιών ή δέντρα νεραντζιάς και μανταρινιάς.

Το κλάδεμα πραγματοποιείται, συνήθως, ταυτόχρονα με την συγκομιδή, όπου γίνεται η αφαίρεση πυκνών και προστριβόμενων βλαστών, για καλύτερο φωτισμό και αερισμό της κόμης του δέντρου.
Συχνά, γίνονται απαλείψεις και βραχύνσεις βλαστών.
Σε γερασμένα δέντρα εφαρμόζονται βράχυνση των βραχιόνων, ώστε να ανανεωθεί η κόμη. Πράγμα που πραγματοποιείται μετά από 2-3 χρόνια.